Μετάφραση του "acostumbrada" σε Ελληνικά
Το συνηθισμένος είναι η μετάφραση του "acostumbrada" σε Ελληνικά.
acostumbrada
adjective
feminine
γραμματική
De acuerdo o en función de las costumbres.
-
συνηθισμένος
adjectiveDe acuerdo o en función de las costumbres.
Tom no está acostumbrado a caminar a pie descalzo.
Ο Τομ δεν είναι συνηθισμένος να κυκλοφορεί πεζός ξυπόλυτος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acostumbrada " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "acostumbrada" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καθιερωμένος · συνηθισμένος
-
έχω · εγκλιματίζω · εξοικειώνω · προσαρμόζομαι · συνηθίζω
-
καθιερωμένος · συνηθισμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη