Μετάφραση του "acta" σε Ελληνικά
Οι πράξη, έγγραφο, πρακτικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acta" σε Ελληνικά.
acta
noun
feminine
masculine
γραμματική
Documentos, decretos, edictos, leyes, juicios, etc. [..]
-
πράξη
noun feminineReglamento modificado en último lugar por el Acta de adhesión de 2003.
Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την πράξη προσχώρησης του 2003.
-
έγγραφο
noun neuterUna vez que el inspector haya levantado acta, el patrón del buque deberá firmarla.
Ο πλοίαρχος του σκάφους οφείλει, μετά τη σύνταξη έκθεσης από τον επιθεωρητή, να υπογράψει το έγγραφο αυτό.
-
πρακτικά
noun neuterLas decisiones se adoptarán por consenso y se incluirán en el anexo del acta de la reunión.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται συναινετικά και προσαρτώνται στα πρακτικά της συνεδρίασης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χάρτης
- συμβόλαιο
- θεσμοθέτηση
- συμβολαιογραφική πράξη
- χάρτα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "acta"
Φράσεις παρόμοιες με "acta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη
-
παπικό έγγραφο
-
συνεδριακές εργασίες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη