Μετάφραση του "actividad" σε Ελληνικά

Οι δραστηριότητα, δράση, ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "actividad" σε Ελληνικά.

actividad noun feminine γραμματική

modo de ser [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δραστηριότητα

    noun feminine

    proceso objetivo realizado por el ser humano

    Es necesario, por lo tanto, prohibir las actividades pesqueras dirigidas a esa población.

    Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση των αλιευτικών δραστηριοτήτων για το εν λόγω απόθεμα,

  • δράση

    noun feminine

    La Comunidad reforzará su papel en la actividad internacional en materia de medio ambiente y desarrollo sostenible.

    Η Κοινότητα θα ενισχύσει το ρόλο της στη διεθνή δράση για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη.

  • ενέργεια

    noun feminine

    Los procedimientos para llevar a cabo tales actividades se especificarán en los acuerdos sectoriales o de financiación.

    Οι διαδικασίες για την υλοποίηση αυτών των ενεργειών διευκρινίζονται στις τομεακές ή χρηματοδοτικές συμφωνίες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απασχόληση
    • ενεργητικότητα
    • δυναμισμός
    • δυναμικότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " actividad " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "actividad" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "actividad" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη