Μετάφραση του "actuar" σε Ελληνικά

Οι ενεργώ, δρω, παίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "actuar" σε Ελληνικά.

actuar verb γραμματική

Hacer algo. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεργώ

    verb

    Los apoderados sólo podrán actuar dentro de los límites de los poderes que les hayan sido expresamente conferidos

    Οι εξουσιοδοτούμενοι ενεργούν μόνο εντός των ορίων των εξουσιών που τους έχουν ρητώς ανατεθεί

  • δρω

    verb

    Nadie cuestionará a Samaritan porque nadie nunca sabrá cuando ha actuado.

    Κανείς δεν πρόκειται να αμφισβητήσει τον Σαμαρείτη γιατί κανείς δεν θα ξέρει ποτέ πότε έδρασε.

  • παίζω

    verb

    Estoy haciendo una película y me gustaría que tú actuaras en ella.

    Oκ, Χάρη. Ετοιμάζω μια ταινία και θα ήθελα να παίξεις σ ́ αυτήν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πράξη
    • δουλεύω
    • υποδύομαι
    • φέρομαι
    • εργάζομαι
    • προσποιούμαι
    • καμώνομαι
    • δίνω παράσταση
    • συμπεριφέρομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " actuar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "actuar"

Φράσεις παρόμοιες με "actuar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "actuar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη