Μετάφραση του "adecuar" σε Ελληνικά

Οι προσαρμόζω, ταιριάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adecuar" σε Ελληνικά.

adecuar verb γραμματική

Adaptar algo; alterar o regular a fin de lograr precisión o ajustarse a una norma.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσαρμόζω

    ρήμα

    τροποποιώ, μεταβάλλω κτ. ή ενεργώ έτσι, ώστε κάποιος ή κτ. να συμφωνεί, να ταιριάζει, να εναρμονίζεται με κτ. άλλο ή να εξοικειωθεί, να συμμορφωθεί προς κτ. νέο, διαφορετικό

    1. En el contexto actual es esencial que el personal docente planifique el curso y lo adecúe a las nuevas demandas de la virtualidad. 2. Es necesario que el Parque Nacional adecue espacios para personas con capacidades limitadas.

    1. Στο σημερινό πλαίσιο, είναι απαραίτητο το διδακτικό προσωπικό να σχεδιάζει το μάθημα και να το προσαρμόζει στις νέες απαιτήσεις της εικονικότητας. 2. Είναι απαραίτητο ο Εθνικός Δρυμός να προσαρμόσει χώρους για άτομα περιορισμένων ικανοτήτων.

  • ταιριάζω

    verb

    A lo mejor soy más adecuado para estar en la biblioteca.

    Ίσως ταιριάζω καλύτερα στη βιβλιοθήκη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adecuar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adecuar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανάλογος · αρκετός · αρμόδιος · επαρκής · ισόμετρος · κατάλληλος
  • επαρκής
  • ταιριάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adecuar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη