Μετάφραση του "adelantamiento" σε Ελληνικά
Οι προσπέρασμα, προαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adelantamiento" σε Ελληνικά.
adelantamiento
noun
masculine
γραμματική
Acto de pasar por delante de algo o alguien.
-
προσπέρασμα
neuter -
προαγωγή
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adelantamiento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη