Μετάφραση του "adicionar" σε Ελληνικά
Οι αθροίζω, προσθέτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adicionar" σε Ελληνικά.
adicionar
verb
γραμματική
Decir una frase adicional; decir más. [..]
-
αθροίζω
verb -
προσθέτω
verb— se adicionará el importe de las primas aceptadas en reaseguro durante el último ejercicio,
— προστίθεται το ποσό των ασφαλίστρων για τις γενόμενες αποδεκτές αντασφαλίσεις κατά τη διάρκεια της τελευταίας χρήσεως,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adicionar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη