Μετάφραση του "adinerado" σε Ελληνικά

Οι πλούσιος, εύπορος, βαθύπλουτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adinerado" σε Ελληνικά.

adinerado adjective masculine γραμματική

gente con mucho billetes [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούσιος

    adjective masculine

    Y cuando descubrió que Tyler era adinerado, decidió chantajearlo.

    Και όταν έμαθες ότι ο Τάιλερ ήταν πλούσιος, αποφάσισες να τον εκβιάσεις.

  • εύπορος

    adjective masculine

    Si yo fuera un hombre adinerado

    Εάν ήμουν εύπορος άνθρωπος

  • βαθύπλουτος

    που είναι πολύ πλούσιος· ζάπλουτος

    Muchas personas adineradas no saben administrar su dinero.

    Πολλοί βαθύπλουτοι δεν ξέρουν να διαχειρίζονται τα χρήματά τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adinerado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adinerado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adinerado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη