Μετάφραση του "admitir" σε Ελληνικά

Οι δέχομαι, παραδέχομαι, αναγνωρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "admitir" σε Ελληνικά.

admitir verb γραμματική

Permitir o aprobar la entrada, a un lugar, en la mente o para ser considerado. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέχομαι

    verb

    Que se admitan las pretensiones expuestas en el recurso de primera instancia.

    να δεχθεί τα αιτήματα που υποβλήθηκαν με την ασκηθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή.

  • παραδέχομαι

    verb

    Por lo demás, hace ya mucho tiempo que se admite que no existe el riesgo cero.

    Εξάλλου, εδώ και καιρό έχουμε παραδεχθεί ότι δεν υπάρχει μηδενικός κίνδυνος.

  • αναγνωρίζω

    verb

    Muchos Estados miembros admiten que algunos grupos son especialmente propensos a desarrollar carencias educativas.

    Πολλά κράτη μέλη αναγνωρίζουν ότι ορισμένες ομάδες διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο εκπαιδευτικού μειονεκτήματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομολογώ
    • επιτρέπω
    • επιδέχομαι
    • βάζω
    • επιτρέπω είσοδο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " admitir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "admitir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "admitir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη