Μετάφραση του "adolescente" σε Ελληνικά

Οι έφηβος, έφηβη, εφηβικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adolescente" σε Ελληνικά.

adolescente adjective noun masculine female; male γραμματική

forma cariñosa para tratar a las niñas [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έφηβος

    adjective noun masculine

    ser humano entre 13 y 19 años [..]

    Este adolescente sale a la noche y se transforma.

    Αυτό ο έφηβος βγαίνει την νύχτα και μεταμορφώνεται.

  • έφηβη

    noun feminine

    Πρόσωπο μεταξύ 13 και 19 ετών.

    No me gustaban las adolescentes cuando yo lo era.

    Δεν συμπαθούσα τις έφηβες, από όταν ήμουν και εγώ έφηβη.

  • εφηβικός

    Adjective

    Oí de gente que asesina indigentes pero suele ser sadismo adolescente.

    Έχω ακούσει για επιθέσεις σε αστέγους, αλλά συνήθως είναι εφηβικός σαδισμός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νεανίσκος
    • νιος
    • παλληκαράκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adolescente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adolescente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adolescente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη