Μετάφραση του "adormecido" σε Ελληνικά
Οι νυσταγμένος, νυσταλέος, ναρκωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adormecido" σε Ελληνικά.
adormecido
adjective
verb
masculine
γραμματική
No completamente despierto.
-
νυσταγμένος
particle -
νυσταλέος
adjective -
ναρκωμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adormecido " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "adormecido" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοιμίζω · νανουρίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη