Μετάφραση του "afeite" σε Ελληνικά

Οι καλλυντικό, ξύρισμα, φτιασίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afeite" σε Ελληνικά.

afeite verb
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλλυντικό

    ουσιαστικό ουδέτερο

    φυσικό ή χημικό παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για την περιποίηση και τον καλλωπισμό του προσώπου, του σώματος, των μαλλιών, των νυχιών κτλ.

    Esta tesis se refiere a los afeites femeninos en la Edad Media.

    Αυτή η εργασία αναφέρεται στα γυναικεία καλλυντικά κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα.

  • ξύρισμα

    noun

    Preparaciones para afeitar o para antes o después del afeitado

    Παρασκευάσματα για πριν το ξύρισμα, για το ξύρισμα και για μετά το ξύρισμα

  • φτιασίδι

    ουσιαστικό ουδέτερο

    (προφ., συνήθ. αρνητ.) καλλυντικό, ιδίως για πρόσωπο

    El embellecerse de forma artificiosa podía estar, en ocasiones, justificado, porque los afeites y perfumes son sustancias que no son malas en sí

    Η τεχνητή ομορφιά μπορεί μερικές φορές να δικαιολογηθεί, επειδή τα φτιασίδια και τα αρώματα είναι ουσίες που δεν είναι κακές από μόνες τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afeite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "afeite"

Φράσεις παρόμοιες με "afeite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afeite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη