Μετάφραση του "aficionarse" σε Ελληνικά

Οι κολλώ, σαγηνεύομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aficionarse" σε Ελληνικά.

aficionarse
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κολλώ

    ρήμα

    αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε μια δραστηριότητα που με απορροφά

    Varias familias de veteranos entrevistados sugirieron que al hijo le iba bien hasta que se enlistó y se aficionó a las drogas.

    Αρκετές οικογένειες βετεράνων που ρωτήθηκαν υπέδειξαν ότι ο γιος τα πήγαινε καλά μέχρι να καταταγεί και να κολλήσει στα ναρκωτικά.

  • σαγηνεύομαι

    ρήμα

    θέλγομαι, γοητεύομαι, μαγεύομαι, ξελογιάζομαι

    Se aficionó a una madrileña de generosos pechos y lengua procaz.

    Σαγηνεύτηκε από μια γυναίκα από τη Μαδρίτη με γενναιόδωρο στήθος και αναίσχυντη γλώσσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aficionarse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aficionarse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη