Μετάφραση του "afincarse" σε Ελληνικά
Οι εγκαθίσταμαι, ριζώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afincarse" σε Ελληνικά.
-
εγκαθίσταμαι
ρήμα1. (μέση διάθεση) αποκτώ μόνιμη εγκατάσταση / κατοικία σε έναν τόπο 2. (παθητική διάθεση) με εγκαθιστούν
Los Casteller colaboraron estrechamente con el conde barcelonés en la conquista de la Cataluña Nueva donde se afincaron.
Οι Castellers συνεργάστηκαν στενά με τον κόμη της Βαρκελώνης για την κατάκτηση της Νέας Καταλονίας, όπου και εγκαταστάθηκαν.
-
ριζώνω
ρήμαεγκαθίσταμαι σε έναν τόπο αποκτώντας ισχυρούς δεσμούς με αυτόν
Más tarde, muchos de esos emigrantes, consiguieron trabajos permanentes: formaron sus familias y se afincaron definitivamente en aquellos lugares.
Αργότερα, πολλοί από αυτούς τους μετανάστες βρήκαν μόνιμες δουλειές: έφτιαξαν τις οικογένειές τους και ρίζωσαν οριστικά σε εκείνα τα μέρη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " afincarse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate