Μετάφραση του "aleatoria" σε Ελληνικά
Το τυχαίος είναι η μετάφραση του "aleatoria" σε Ελληνικά.
aleatoria
adjective
Fijado o distribuido de una manera deliberadamente al azar.
-
τυχαίος
adjective masculineLa mayor parte de la estática es simplemente un ruido aleatorio, degradación real.
Το μεγαλύτερο μέρος της στατικής είναι απλά τυχαίος θόρυβος, σε πραγματική υποβάθμιση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aleatoria " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aleatoria" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τυχαία μεταβλητή · τυχαία μεταβλητή
-
δυναμική μνήμη τυχαίας προσπέλασης
-
δοκιμή ασαφών δεδομένων · δοκιμή με απροσδόκητα δεδομένα (fuzzing)
-
Γεννήτρια Τυχαίων Αριθμών
-
τυχαία δοκιμασία (δοκιμή)
-
τυχαίο δείγμα
-
Μνήμη τυχαίας προσπέλασης · μνήμη τυχαίας προσπέλασης
-
επιλέγω με τυχαία σειρά · τυχαία σειρά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη