Μετάφραση του "alejamiento" σε Ελληνικά
Οι απόσταση, αποξένωση, απόλυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alejamiento" σε Ελληνικά.
alejamiento
noun
masculine
γραμματική
-
απόσταση
noun femininePor consiguiente, los costes contraídos son muy diferentes de una isla a otra, en función de su alejamiento.
Συνεπώς, οι απαιτούμενες δαπάνες είναι πολύ διαφορετικές από το ένα νησί στο άλλο, σε συνάρτηση με την απόσταση.
-
αποξένωση
nounAprendí que el alejamiento puede ser una estrategia para evitar dolor.
Έμαθα ότι η αποξένωση θα μπορούσε να είναι μια στρατηγική αποφυγής του πόνου.
-
απόλυση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alejamiento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη