Μετάφραση του "aloe" σε Ελληνικά

Το αλόη είναι η μετάφραση του "aloe" σε Ελληνικά.

aloe noun masculine γραμματική

Resina de las plantas Aquilaria agallocha y Aquilaria malaccensis, conocido por su aroma. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλόη

    noun feminine

    Si me rozo con hiedra venenosa en mis cojones, vas a aplicar tú el aloe.

    Αν κολλήσω δηλητηριώδη κισσό στα τέτοια μου, θα μου βάζεις αλόη μετά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aloe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aloe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη