Μετάφραση του "ama" σε Ελληνικά
Οι νοικοκυρά, βάγια, κυρά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ama" σε Ελληνικά.
ama
noun
verb
feminine
γραμματική
por mamá (la mamá del campesino) [..]
-
νοικοκυρά
noun feminineElla es una ama de casa desesperada.
Είναι μια νοικοκυρά σε απόγνωση.
-
βάγια
θηλ.(παρωχ.) τροφός, παραμάνα
El ama cuidó de ella y sus hijos en su infancia.
Η βάγια φρόντιζε αυτήν και τα παιδιά της στα παιδικά τους χρόνια.
-
κυρά
ουσιαστικό θηλυκό(λαϊκότρ.) η οικοδέσποινα, η σύζυγος, η κυρία
Comimos los pasteles preparados por la ama de la casa.
Φάγαμε τις πίτες που ετοίμασε η κυρά του σπιτιού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ama " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ama" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αμάρ-Σιν
-
σ' αγαπάω · σ' αγαπώ · σε αγαπώ · σ’ αγαπάω · σ’ αγαπώ
-
αδέσποτος
-
Βίκτορ Σάντσεθ
-
σ' αγαπώ · σε αγαπώ
-
οικονόμος
-
άρχοντας · αφέντης · αφεντικό · ηγεμόνας · ιδιοκτήτης · κάτοχος · κύριος
-
Αμήν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη