Μετάφραση του "angustioso" σε Ελληνικά
Οι αγχωμένος, αγχωτικός, αγχώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "angustioso" σε Ελληνικά.
Extremadamente doloroso. [..]
-
αγχωμένος
επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)που έχει καταληφθεί από άγχος
Por lo general manifiestan inquietud, cambios de posición constantes y miradas angustiosas hacia el área de recepción.
Γενικά εκδηλώνουν ανησυχία, συνεχείς αλλαγές θέσης και αγχωμένα βλέμματα προς τον χώρο υποδοχής.
-
αγχωτικός
επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)1. που καταλαμβάνεται εύκολα από άγχος, αγχώδης 2. που προκαλεί άγχος
Si cumples todos los roles, termina siendo muy angustioso.
Εάν εκπληρώνεις όλους τους ρόλους, αυτό καταλήγει πολύ αγχωτικό.
-
αγχώδης
επίθετο αρσενικό (-ης, -ης, -ες)1.που καταλαμβάνεται εύκολα από άγχος 2. που γίνεται με άγχος
Ustedes aprenderán o recordarán que perseguir el dinero toda su vida es una manera superficial y angustiosa de vivir.
Θα μάθετε ή θα θυμάστε ότι το να κυνηγάς χρήματα σε όλη σου τη ζωή είναι ένας επιφανειακός και αγχώδης τρόπος ζωής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγωνιώδης
- οδυνηρός
- στρεσαρισμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " angustioso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate