Μετάφραση του "anhidro" σε Ελληνικά

Το άνυδρος είναι η μετάφραση του "anhidro" σε Ελληνικά.

anhidro adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνυδρος

    adjective masculine

    Cloruro de cinc anhidro, en forma de polvo, con un contenido mínimo de un 46,1 % de cinc.

    Χλωριούχος ψευδάργυρος, άνυδρος, σε μορφή κόνεως με ελάχιστη περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο 46,1 %.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anhidro " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anhidro" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη