Μετάφραση του "anillo" σε Ελληνικά

Οι δαχτυλίδι, δακτύλιος, δακτυλίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anillo" σε Ελληνικά.

anillo noun masculine γραμματική

Objeto circular hecho de metal precioso que se lleva alrededor de un dedo. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δαχτυλίδι

    noun neuter

    Objeto circular hecho de metal precioso que se lleva alrededor de un dedo.

    No te preocupes, me aseguraré que saben quien está besando el anillo de quien.

    Μην ανησυχείτε, θα κάνω βεβαιωθείτε ότι γνωρίζετε ποιος φιλιά των οποίων δαχτυλίδι.

  • δακτύλιος

    noun masculine

    Extrae tejido de debajo del cartílago tiroides y utilízalo para remendar el espacio de los anillos traqueales.

    Πάρε ιστό κάτω από τον θυρεοειδή χόνδρο και κλείσε το κενό των τραχειακών δακτυλίων.

  • δακτυλίδι

    noun

    Tengo un anillo, tengo la bendición de tu hermano.

    Έχω δακτυλίδι, έχω την ευχή του αδερφού σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Δακτύλιος
    • λουκουμάς
    • Δακτυλίδι
    • δαχτυλίδι φυτού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anillo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "anillo"

Φράσεις παρόμοιες με "anillo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anillo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη