Μετάφραση του "anular" σε Ελληνικά

Οι ακυρώνω, ακυρώσει, παράμεσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anular" σε Ελληνικά.

anular adjective verb noun masculine γραμματική

Declarar algo como inválido y cancelarlo (particularmente un matrimonio o contrato legal). [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακυρώνω

    verb

    Podrá , por mayoría cualificada , modificar o anular la mencionada medida .

    Το Συμβούλιο δύναται , με ειδική πλειοψηφία , να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω μέτρα .

  • ακυρώσει

    Podrá , por mayoría cualificada , modificar o anular la mencionada medida .

    Το Συμβούλιο δύναται , με ειδική πλειοψηφία , να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω μέτρα .

  • παράμεσος

    noun masculine

    Dedo situado entre el dedo medio y el meñique.

    Era su dedo anular, pero no encontramos un anillo en su cuerpo ni en la escena del crimen.

    Ήταν ο παράμεσος, αλλά δεν βρέθηκε βέρα ούτε στο σώμα ούτε στον τόπο του εγκλήματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταργώ
    • διαγράφω
    • διακόπτω
    • απορρίπτω
    • δακτυλιοειδής
    • αναστέλλω
    • παραβιάζω
    • δάχτυλο
    • απαλείφω
    • εξαλείφω
    • ματαιώνω
    • αθετώ
    • σβήνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "anular"

Φράσεις παρόμοιες με "anular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη