Μετάφραση του "apetito" σε Ελληνικά
Οι όρεξη, επιθυμία, πόθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apetito" σε Ελληνικά.
apetito
noun
masculine
γραμματική
tener mucha hambre casi a punto de desmayarse [..]
-
όρεξη
noun feminineSe me ha quitado el apetito.
Mου κόπηκε η όρεξη.
-
επιθυμία
noun feminineYo estaba en varias relaciones, y mi apetito tomó más la forma de una adicción.
Δημιούργησα κάποιες σχέσεις και η επιθυμία μου πήρε τη μορφή εξάρτησης.
-
πόθος
noun masculine¿Cuánto tiempo hace falta para que tu relación mate tu apetito sexual?
Πότε έφυγε ο σεξουαλικός πόθος;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " apetito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "apetito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καλή όρεξη
-
με όρεξη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη