Μετάφραση του "aplanadora" σε Ελληνικά

Οι οδοστρωτήρας, μπουλντόζα, γαιοπροωθητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aplanadora" σε Ελληνικά.

aplanadora noun feminine γραμματική

Maquinaria de ingeniería pesada utilizada para compactar el asfalto en la construcción de carreteras.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδοστρωτήρας

    noun masculine

    Eres una gran, enorme, aplanadora fuera de control sin frenos y un ladrillo en el pedal acelerador.

    Είσαι ένας ογκώδης, τεράστιος, ανεξέλεγκτος οδοστρωτήρας χωρίς φρένα και μ'ένα τσιμεντένιο τούβλο στο γκάζι.

  • μπουλντόζα

    noun feminine

    Quizás tengan una aplanadora, para acabar con este hotel, Sr. Macho.

    'Ισως έχουν και μια ωραία μπουλντόζα, και σου το κάνουμε θερινό, μάγκα.

  • γαιοπροωθητής

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aplanadora " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aplanadora" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη