Μετάφραση του "apoderado" σε Ελληνικά
Οι πληρεξούσιος, διαμεσολαβητής, κηδεμόνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apoderado" σε Ελληνικά.
apoderado
noun
verb
masculine
γραμματική
Persona designada para actuar en nombre de otro. [..]
-
πληρεξούσιος
noun masculineDoctor Hunt, supongo que no será necesario más como apoderado.
Δρ. Χαντ, υποθέτω πως δεν χρειάζεται να είστε εδώ ως πληρεξούσιος πια.
-
διαμεσολαβητής
noun masculine -
κηδεμόνας
noun commonMi esposa y yo somos los apoderados legales
Εγώ και η σύζυγος μου, είμαστε οι κηδεμόνες του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συντηρήτρια
- συντηρητής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " apoderado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη