Μετάφραση του "apropiado" σε Ελληνικά

Οι αρμόδιος, επαρκής, κατάλληλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apropiado" σε Ελληνικά.

apropiado adjective masculine γραμματική

Que tiene propiedades suficientes o requeridas para un propósito o tarea dada.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρμόδιος

    adjective

    El ordenador competente podrá aceptar contribuciones en especie como cofinanciación, si lo considera necesario o apropiado.

    Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να αποδεχθεί ως συγχρηματοδότηση και συνεισφορές σε είδος, εάν τούτο κρίνεται ενδεδειγμένο ή αναγκαίο.

  • επαρκής

    adjective

    Un plazo de un mes se considera apropiado para ello.

    Για το σκοπό αυτό, θεωρείται επαρκής η περίοδος ενός μηνός.

  • κατάλληλος

    adjective masculine

    El instrumento más apropiado es una directiva que modifique la actual Directiva.

    Το πλέον κατάλληλο μέσο είναι μια οδηγία που τροποποιεί τη ισχύουσα οδηγία.

  • πρέπων

    particle

    Es apropiado que una cacería selle nuestra sociedad de aquí en adelante.

    Είναι πρέπον το κυνήγι να επισφραγίσει την πρόοδο της συμφωνίας μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apropiado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "apropiado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apropiado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη