Μετάφραση του "aptitud" σε Ελληνικά

Οι ικανότητα, δεξιότητα, Δυνατότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aptitud" σε Ελληνικά.

aptitud noun feminine γραμματική

Capacidad de hacer algo bien, usualmente adquirida o aprendida más que innata. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανότητα

    noun feminine

    La aptitud física será verificada periódicamente, así como después de un accidente laboral.

    Η σωματική ικανότητα ελέγχεται τακτικά και μετά από κάθε ατύχημα εργασίας.

  • δεξιότητα

    noun feminine

    Me faltaban las aptitudes apropiadas para continuar con tu terapia.

    Μου λείπει η δεξιότητα για να συνεχίσω την θεραπεία σου.

  • Δυνατότητα

    capacidad innata para realizar ciertas acciones o alcanzar ciertos resultados; capacidad de un individuo de realizar una acción o misión dada

    Otras propiedades físico-químicas y tecnológicas adecuadas, en particular, aptitud para la homogeneización en las premezclas y los piensos, propiedades en materia de formación de polvo.

    Άλλες κατάλληλες φυσικοχημικές και τεχνολογικές ιδιότητες και ιδίως δυνατότητα λήψης ομοιογενών μειγμάτων στα προμείγματα και τις ζωοτροφές, κονιοποιητικές ιδιότητες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ταλέντο
    • χάρισμα
    • αρμοδιότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aptitud " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aptitud" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aptitud" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη