Μετάφραση του "artificial" σε Ελληνικά

Οι τεχνητός, επίπλαστος, ανθρωπογενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "artificial" σε Ελληνικά.

artificial adjective masculine γραμματική

Obtenido o producido imitando a la naturaleza por medio de procesos técnicos.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεχνητός

    adjective masculine

    La piedra litográfica artificial es, lo más frecuentemente, de cemento y de carbonato cálcico, moldeados y comprimidos.

    Η τεχνητή πέτρα λιθογραφίας αποτελείται συνήθως από τσιμέντο και από ανθρακικό ασβέστιο τα οποία κονιοποιούνται και συμπιέζονται.

  • επίπλαστος

    adjective masculine

    Parece artificial analizarlos por separado.

    Ο χωρισμός τους θα ήταν επίπλαστος.

  • ανθρωπογενής

    adjective

    Pero alrededor de la Tierra, la mayor parte es artificial.

    Και γύρω από τη Γη, η περισσότερη είναι ανθρωπογενής.

  • αφύσικος

    adjective masculine

    Me pareció muy artificial.

    Νομίζω ότι ήταν τελείως αφύσικος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " artificial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "artificial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "artificial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη