Μετάφραση του "asaltante" σε Ελληνικά
Οι επιτιθέμενος, εισβολέας, επιδρομέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asaltante" σε Ελληνικά.
asaltante
noun
masculine
feminine
γραμματική
Persona que ataca.
-
επιτιθέμενος
noun masculinePersona que ataca.
El asaltante cogió el cuchillo para acabar el trabajo y le abandonó.
Ο επιτιθέμενος βγάζει μαχαίρι για τον αποτελειώσει, τον αφήνει.
-
εισβολέας
-
επιδρομέας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asaltante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη