Μετάφραση του "asedio" σε Ελληνικά

Οι πολιορκία, επιδρομή, καταδρομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asedio" σε Ελληνικά.

asedio noun verb masculine γραμματική

Cerco de un lugar fortificado o una ciudad por parte de militares para obtener la capitulación o para dominar por la fuerza.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολιορκία

    noun feminine

    πολεμικός αποκλεισμός μια πόλης ή φρούριου [..]

    Preparémonos para un ataque o un asedio o ambos.

    Προετοιμαστείτε για επίθεση ή πολιορκία ή και τα δύο.

  • επιδρομή

    noun feminine
  • καταδρομή

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έφοδος
    • καρέκλα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asedio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "asedio"

Φράσεις παρόμοιες με "asedio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βασανίζω · δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί · ενοχλώ · επιβαρύνω · κατατρέχω · κυνηγώ · πιλατεύω · πολιορκώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asedio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη