Μετάφραση του "asfixiar" σε Ελληνικά
Οι πνίγω, λαχανιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asfixiar" σε Ελληνικά.
asfixiar
verb
γραμματική
Producir la muerte o pérdida de conocimiento al impedir la respiración normal.
-
πνίγω
verbBueno, la risa de un niño es hermosa cuando no se están asfixiando.
Το γέλιο ενός παιδιού είναι κάτι όμορφο, όταν δεν τα πνίγει.
-
λαχανιάζω
Verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asfixiar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "asfixiar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ασφυξία · ασφυξία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη