Μετάφραση του "ataque" σε Ελληνικά

Οι επίθεση, επιδρομή, έφοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ataque" σε Ελληνικά.

ataque noun verb masculine γραμματική

El uso de la violencia contra alguien o algo. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίθεση

    noun feminine

    Si cesan los ataques de mortero y si los rusos se marchan.

    Εάν υπάρξει κατάπαυση επιθέσεων ολμοβόλων και εάν οι Ρώσοι φύγουν.

  • επιδρομή

    noun feminine

    Si Sloane esperaba nuestro ataque, ha podido mover todo a un lugar seguro.

    Αν περίμενε ο Σλόαν την επιδρομή μας, θα μπορούσε να τα έχει μετακινήσει όλα σε κάποια ασφαλή τοποθεσία.

  • έφοδος

    noun feminine

    Mucha suerte.¡ El Servicio Secreto dio una orden de no atacar el puente!

    Η Μυστική Υπηρεσία διέταξε να μη γίνει έφοδος στη γέφυρα!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσβολή
    • εισβολή
    • πλήγμα
    • καταδρομή
    • κρίση
    • ξέσπασμα
    • ανάκρουση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ataque " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ataque"

Φράσεις παρόμοιες με "ataque" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ataque" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη