Μετάφραση του "auricular" σε Ελληνικά

Οι ακουστικό, ακουστικά, μικρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auricular" σε Ελληνικά.

auricular adjective noun masculine γραμματική

Transductor electro-acústico para la conversión de señales eléctricas en sonidos, que se mantiene por encima o se inserta en el oído. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακουστικό

    noun neuter

    Se te hará fácil porque tienes el auricular pegado al oído

    Δεν πρέπει να σου ' ναι δύσκολο, αφού τ ' ακουστικό είναι κολλημένο στο αυτί σου

  • ακουστικά

    noun neuter

    Dame un iPod, unos auriculares, un poco de espacio y soy feliz.

    Δώσ'μου ένα iPod, και ακουστικά, λίγο προσωπικό χώρο και είμαι καλά.

  • μικρός

    noun masculine

    Cada vez que te pones el auricular tenemos acceso remoto a tu lóbulo temporal.

    Κάθε φορά που φοράς εκείνο το μικρό ακουστικό, έχουμε πρόσβαση εξ αποστάσεως στο κροταφικό σου λοβό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δάχτυλο
    • το μικρό δάχτυλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " auricular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "auricular"

Φράσεις παρόμοιες με "auricular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "auricular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη