Μετάφραση του "aval" σε Ελληνικά

Οι εγγύηση, συγκατάθεση, υποστήριξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aval" σε Ελληνικά.

aval noun masculine γραμματική

Declaración escrita de que un cierto producto se adapta a un propósito y que trabaja correctamente. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγύηση

    noun

    El hecho de que no llegase a ejecutarse el aval no modifica esta conclusión.

    Το γεγονός ότι η εγγύηση δεν εκτελέστηκε δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα αυτό.

  • συγκατάθεση, υποστήριξη

    respaldo, apoyo

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aval " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aval" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη