Μετάφραση του "base" σε Ελληνικά

Οι βάση, υπόβαθρο, αρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "base" σε Ελληνικά.

base noun verb feminine γραμματική

contribución que solicitan los borrachos [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάση

    noun feminine

    Químico de cualquier especie, iónico o molecular, caoaz de aceptar o recibir un protón (ion de hidrógeno) de otra sustancia; la otra sustancia actúa como un ácido al proveer el protón.

    Si procede, se considerarán también los intervalos de desulfurización basados en los datos del fabricante.

    Κατά περίπτωση, εξετάζονται επίσης τα μεσοδιαστήματα αποθείωσης με βάση τα δεδομένα του κατασκευαστή.

  • υπόβαθρο

    neuter

    Y, por lo que sabemos, esa base tan buena es la que nos está espiando.

    Και μάλλον, αυτό το βαθύ υπόβαθρο είναι υπεύθυνο για τον κοριό.

  • αρχή

    noun feminine

    La propuesta de la Comisión representa una buena base de debate.

    H πρόταση της Eπιτροπής αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια καλή αρχή συζήτησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεμέλιο
    • έρεισμα
    • έδρα
    • θεμελίωση
    • έδαφος
    • Βάση αριθμητικού συστήματος
    • αλκαλική ένωση
    • πλέι μέικερ
    • τοποθετώ στη βάση
    • φον ντε τεν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " base " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Base

Base (baloncesto)

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πλέι μέικερ

    Base (baloncesto)

    No puedo hacer mi trabajo como base y no me pasas la pelota.

    Δεν μπορώ να κάνω την δουλειά μου ως πλέι-μέικερ αν δεν μου δώσεις την μπάλα.

  • Βάση

    Cualquier sustancia que en disolución acuosa aporta iones OH− al medio.

    Base de datos de explotación de vagones y unidades intermodales.

    Λειτουργική βάση δεδομένων αμαξών και διατροπικών μονάδων

Εικόνες με "base"

Φράσεις παρόμοιες με "base" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "base" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη