Μετάφραση του "beca" σε Ελληνικά
Οι υποτροφία, επιχορήγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beca" σε Ελληνικά.
beca
noun
verb
feminine
γραμματική
-
υποτροφία
noun feminineTengo una beca académica que paga una parte.
Έχω ακαδημαϊκή υποτροφία, που καλύπτει μέρος των διδάκτρων.
-
επιχορήγηση
Subvención para realizar estudios o investigaciones.
Su beca expira el mes que viene, a no ser que el Congreso vuelva a aprobarla.
Η επιχορήγηση τους εκπνέει τον άλλο μήνα αν δεν ανανεωθεί από το Κογκρέσο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "beca"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη