Μετάφραση του "bemol" σε Ελληνικά

Οι ύφεση, μπεμόλ, διαμέρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bemol" σε Ελληνικά.

bemol adjective noun masculine γραμματική

Signo en una partitura musical que indica un aumento de un semitono.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφεση

    noun feminine

    Tiene 41 teclas negras y de madreperla todos los sostenidos y los bemoles.

    Με μεγάλα μαύρα και φιλντισένια πλήκτρα για να παίζεις δίεση και ύφεση.

  • μπεμόλ

    neuter

    Sin embargo, debes cantar en Mi bemol.

    Πρέπει όμως πάντα να ψάλλεις σε μι μπεμόλ.

  • διαμέρισμα

    noun neuter
  • Ύφεση

    ¿Las epístolas están en Si bemol, al menos?

    Φίλε, αυτή η Επιστολή θα είναι τουλάχιστο σε Σι-Ύφεση;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bemol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bemol"

Φράσεις παρόμοιες με "bemol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bemol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη