Μετάφραση του "beodo" σε Ελληνικά

Οι μέθυσος, μεθυσμένος, μεθύστακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beodo" σε Ελληνικά.

beodo adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέθυσος

    ουσιαστικό αρσενικό

    αυτός που πίνει συχνά οινοπνευματώδη ποτά και μεθάει· μπεκρής

    Cuídate de la mala compañía; un hombre abstemio puede comenzar a beber en compañía de un beodo.

    Προσοχή στην κακή συντροφιά, ένας άντρας που δεν πίνει καθόλου αλκοόλ μπορεί να αρχίσει να πίνει μαζί με έναν μέθυσο.

  • μεθυσμένος

    μετοχή αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που βρίσκεται σε κατάσταση μέθης από οινοπνευματώδη ποτά

    En el bar, un beodo intentó entablar conversación con Ana, pero ella no entendía nada de lo que le decía.

    Στο μπαρ, ένας μεθυσμένος προσπάθησε να πιάσει κουβέντα με την Άννα, αλλά αυτή δεν καταλάβαινε τι έλεγε.

  • μεθύστακας

    ουσιαστικό αρσενικό

    αυτός που πίνει συχνά οινοπνευματώδη ποτά και μεθάει· μπεκρής

    Tales individuos a menudo se convierten en drogadictos, o beodos, culpando a la vida por sus fracasos y siempre rogando en busca de favores.

    Τέτοια άτομα συχνά γίνονται τοξικομανείς ή μεθύστακες, κατηγορώντας τη ζωή για τις αποτυχίες τους και πάντα εκλιπαρούν για χάρες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπεκρής
    • οινόφλυξ
    • πιωμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beodo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "beodo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beodo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη