Μετάφραση του "bien" σε Ελληνικά

Οι καλά, καλός, καλώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bien" σε Ελληνικά.

bien adjective noun adverb masculine γραμματική

(estar) bien [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλά

    adverb

    No se me da muy bien hacer pizzas, pero a Tom sí.

    Δεν είμαι πολύ καλός στο να φτιάχνω πίτσα, αλλά ο Τομ είναι.

  • καλός

    noun masculine

    No se me da muy bien hacer pizzas, pero a Tom sí.

    Δεν είμαι πολύ καλός στο να φτιάχνω πίτσα, αλλά ο Τομ είναι.

  • καλώς

    adverb

    No se me da muy bien hacer pizzas, pero a Tom sí.

    Δεν είμαι πολύ καλός στο να φτιάχνω πίτσα, αλλά ο Τομ είναι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλήρως
    • υγιής
    • εντελώς
    • εντάξει
    • καλό
    • αγαθό
    • πολύ
    • προϊόν
    • γερός
    • αρκετά
    • Αγαθό
    • ιδιοκτησία
    • άριστα
    • πασίγνωστος
    • ενεργητικό
    • πάγιο
    • πόρος
    • θαυμάσια
    • περιουσιακό στοιχείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bien " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bien" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bien" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη