Μετάφραση του "binomio" σε Ελληνικά

Το διώνυμο είναι η μετάφραση του "binomio" σε Ελληνικά.

binomio noun masculine γραμματική

Que tiene o está caracterizado por dos nombres, especialmente los de género y especie y taxonomías.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διώνυμο

    ουσιαστικό ουδέτερο

    Turismo y deporte: un binomio estratégico para Europa

    Τουρισμός και αθλητισμός: ένα στρατηγικό διώνυμο για την Ευρώπη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " binomio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "binomio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη