Μετάφραση του "blanqueo" σε Ελληνικά
Οι λεύκανση, ξέπλυμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blanqueo" σε Ελληνικά.
blanqueo
noun
verb
masculine
γραμματική
-
λεύκανση
ουσιαστικό θηλυκόη διαδικασία μετατροπής σε λευκό, άσπρισμα
blanqueo de dientes
λεύκανση δοντιών
-
ξέπλυμα
ουσιαστικόνομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
El juez perseguía el blanqueo de dinero procedente del narcotráfico.
Ο δικαστής κατεδίωκε το ξέπλυμα χρήματος από τη διακίνηση ναρκωτικών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blanqueo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "blanqueo"
Φράσεις παρόμοιες με "blanqueo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νομιμοποίηση παράνομου χρήματος · ξέπλυμα βρώμικου χρήματος
-
διαδικασία λεύκανσης
-
ασβεστώνω · ασπρίζω · λευκαίνω · ξασπρίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη