Μετάφραση του "bloqueado" σε Ελληνικά

Οι κλειδωμένος, Αποκλεισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bloqueado" σε Ελληνικά.

bloqueado verb masculine γραμματική

Que está en un estado en el que se para o impide el paso o el movimiento a través.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλειδωμένος

    Estoy bloqueado de los sistemas de control del núcleo del torbellino.

    Είμαι κλειδωμένος έξω από τα συστήματα ελέγχου του πυρήνα ρεύματος πλεύσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bloqueado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bloqueado
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποκλεισμένος

    Claro, tenemos un posible candidato pero está bloqueado por una buena razón.

    Έχουμε έναν πιθανό υποψήφιο, αλλά είναι αποκλεισμένος για καλό λόγο.

Φράσεις παρόμοιες με "bloqueado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Λίστα αποκλεισμένων αποστολέων
  • κλείδωμα λογαριασμού
  • αποκλείω · αποκλεισμός · βουλώνω · εμποδίζω · κλείδωμα · κλειδώνω · μπλοκάρω · παγώνω · φράζω
  • Αποκλεισμός · αποκλεισμός · απόφραξη · βούλωμα · εμπόδιο · κλείδωμα · κλειδώνω · παρουσιάζεται σφάλμα · σφάλμα
  • Κλείδωμα περιόδου λειτουργίας
  • Λίστα αποκλεισμένων χρηστών
  • κλείδωμα τηλεφώνου
  • κουμπί "Αποκλεισμός"
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bloqueado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη