Μετάφραση του "boca" σε Ελληνικά
Οι στόμα, στόμιο, ορεκτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boca" σε Ελληνικά.
boca
noun
feminine
masculine
γραμματική
alimento preparado en un bar o cantina para acompañar un trago o una birra [..]
-
στόμα
noun neuterτο στόμα [..]
Tom cerró la boca.
Ο Τομ έκλεισε το στόμα του.
-
στόμιο
noun neuterEstaré estacado al suelo frente a la boca del cañón.
Θα είμαι αλυσοδεμένος μπροστά από το στόμιο του κανονιού.
-
ορεκτικό
noun neuterTu solo eres el abre bocas.
Εσύ είσαι απλά το ορεκτικό μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στοματική κοιλότητα
- Στόμα
- άνοιγμα
- είσοδος
- τρύπα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "boca"
Φράσεις παρόμοιες με "boca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκυλάκι
-
δια στόματος
-
κολλάει το στόμα μου
-
ακριβώς όπως τα θέλω · κατ' ευχήν
-
δεν κρατάει το στόμα του κλειστό · συμβολή
-
κρουνός · πυροσβεστικός κρουνός
-
από στόμα σε στόμα
-
επιγάστριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη