Μετάφραση του "body" σε Ελληνικά

Το κορμάκι είναι η μετάφραση του "body" σε Ελληνικά.

body
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορμάκι

    ουσιαστικό

    γυναικείο ρούχο, σε σχήμα ολόσωμου γυναικείου μαγιό, που φοριέται κυρίως στο χορό ή τη γυμναστική αλλά και σαν εσώρουχο

    Llevaba un body de blonda bajo la blusa casi transparente.

    Φορούσε ένα κορμάκι με δαντέλα κάτω από σχεδόν διαφανή μπλούζα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " body " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "body"

Φράσεις παρόμοιες με "body" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "body" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη