Μετάφραση του "bono" σε Ελληνικά
Οι ομόλογο, Ομόλογο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bono" σε Ελληνικά.
bono
adjective
noun
masculine
γραμματική
bono (Buenos Aires) [..]
-
ομόλογο
nounEl instrumento A es un bono con una fecha de vencimiento determinada.
Το μέσο Α είναι ομόλογο με δηλωμένη ημερομηνία λήξης.
-
Ομόλογο
instrumento financiero de deuda
El bono A tiene cupón fijo y vence el 26 de agosto de 2002.
Το Ομόλογο Α είναι ομόλογο σταθερού τοκομεριδίου με λήξη στις 26 Αυγούστου 2002.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bono " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bono" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευεργέτημα πενίας
-
έντοκο γραμμάτιο του δημοσίου
-
Επιχειρηματικό ομόλογο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη