Μετάφραση του "bote" σε Ελληνικά
Οι βάρκα, λέμβος, καΐκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bote" σε Ελληνικά.
bote
noun
verb
masculine
γραμματική
Ensamblado de pedazos de madera amarrados juntos y que forman una especie de plancha flotante. [..]
-
βάρκα
noun femininebarca pequeña y sin cubierta, movida a remo
Este es el camino que tienes que tomar para llegar al bote.
Αυτό το μονοπάτι θα πάρετε για να πάτε στη βάρκα.
-
λέμβος
noun feminineSi tan solo pudiéramos llegar ahí abajo. Los botes se alejan remando.
Ακόμα και αν κατεβαίναμε εκεί κάτω, οι λέμβοι φεύγουν.
-
καΐκι
noun neuterMi abuelo tenía un amigo con un bote atracado en el muelle.
Ο παππούς μου είχε έναν φίλο με καΐκι στο λιμάνι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σκάφος
- πλοίο
- βάζο
- καίκι
- καράβι
- πλοιάριο
- κονσέρβα
- δοχείο
- ποτ
- βαρκάκι
- κανάτα
- κάνιστρο
- αναπήδηση
- βαπόρι
- γυάλινος
- σακαράκα
- σαράβαλο
- γυάλα
- μικρό σκάφος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bote " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "bote"
Φράσεις παρόμοιες με "bote" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γεμάτος κόσμο · κατάμεστος · πήχτρα · φίσκα
-
βουτώ · καθελκύω · μουσκεύω · πέφτω
-
calf boots
-
κάδος απορριμμάτων · σκουπιδοτενεκές
-
Παπουτσωμένος Γάτος
-
γαλότσες
-
βαρκάδα
-
Χρυσό Παπούτσι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη