Μετάφραση του "brusco" σε Ελληνικά

Οι ξαφνική, ξαφνικός, απότομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brusco" σε Ελληνικά.

brusco adjective masculine γραμματική

Que ocurre muy rápidamente con poca o ninguna advertencia. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξαφνική

    adjective feminine

    Cambios suaves, apenas detectables o bruscos y violentos.

    Απαλή, σχεδόν μη ανιχνεύσιμη αλλαγή και ξαφνική, βίαιη αλλαγή.

  • ξαφνικός

    adjective masculine

    Que ocurre muy rápidamente con poca o ninguna advertencia.

  • απότομος

    de weg is steil masculine

    Breve o conciso, especialmente hasta el punto de ser grosero.

    Lo siento por ser brusco con usted antes.

    Λυπάμαι για την ύπαρξη απότομος μαζί σας πριν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξαφνικό
    • τραχύς
    • αποξεστικός
    • απόκρημνος
    • κοφτός
    • αναπάντεχος
    • απροσδόκητος
    • ασυνεχής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brusco " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "brusco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brusco" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη