Μετάφραση του "buceo" σε Ελληνικά

Οι κατάδυση, καταδύσεις, Υποβρύχια κατάδυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "buceo" σε Ελληνικά.

buceo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάδυση

    noun feminine

    Ir a Somalia sin un arma es como bucear sin tanque de oxígeno.

    Στην Σομαλία χωρίς όπλο, είναι σαν να πηγαίνεις για κατάδυση χωρίς μπουκάλα.

  • καταδύσεις

    noun feminine

    Yo no tengo la formación necesaria para seguir siendo el oficial de buceo en este barco.

    Δεν έχω την απαραίτητη εκπαίδευση για να συνεχήσω να είμαι η αξιωματικός καταδύσεων του πλοίου.

  • Υποβρύχια κατάδυση

    actividad en la que el ser humano se sumerge en cuerpos de agua

    ¿Quién ha buceado anteriormente?

    Ποιος έχει ξανακάνει υποβρύχια κατάδυση;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " buceo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "buceo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Επαγγελματική κατάδυση
  • βουτώ · βυθίζομαι · κάνω καταδύσεις · καταδύομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "buceo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη