Μετάφραση του "cableado" σε Ελληνικά
Το ενσύρματος είναι η μετάφραση του "cableado" σε Ελληνικά.
cableado
verb
noun
masculine
γραμματική
Un circuito de cables para la distribución de electricidad.
-
ενσύρματος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cableado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cableado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πρόγραμμα-πελάτης πολιτικής ομάδας με σύνδεση καλωδίου
-
Υπηρεσία αυτόματης ρύθμισης ενσύρματων παραμέτρων
-
Δομημένη καλωδίωση
-
καλωδιώνω
-
καλωδιώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη