Μετάφραση του "calmante" σε Ελληνικά

Οι ηρεμιστικό, παυσίπονο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calmante" σε Ελληνικά.

calmante adjective noun masculine γραμματική

Fármaco que reduce la excitabilidad y la calma a una persona.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηρεμιστικό

    noun neuter

    Todd toma un calmante cuando pierde un lente de contacto.

    Ο Τοντ παίρνει ηρεμιστικό ακόμα και αν χάσει ένα φακό επαφής του.

  • παυσίπονο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " calmante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "calmante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη